Get Adobe Flash player

ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΙΑ ή ΩΤΟΓΗΡΑΝΣΗ, ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Πρεσβυακοΐα είναι η ανεξήγητη,   αναπόφευκτη σταδιακή επιδείνωση της ακουστικής ικανότητας, η οποία επέρχεται με την πάροδο του

alt

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης,

Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών, Δαμασκηνού 46, Κόρινθος 20100, τηλ. 2741026631, 6944280764, e-mail:  pharmage@otenet.gr

www.gelis.gr,

www.gkelanto.gr,

www.allergopedia.gr,

www.orlpedia.gr, www.zinc.gr, www.curcumin.gr, www.gkelikosagiorgitiko.gr

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ:ΩΡΛ Αλλεργία, Εμβοές αυτιών, κακοσμία στόματος, Ροχαλητό, Βαρηκοία , Εμβοές αυτιών, Ίλιγγος, Διαταραχές οσφρήσεως και γεύσης, Διαταραχές της φωνής, ΩΡΛ ογκολογία, Γηριατρική

Προληπτική Ιατρική, Ιατρική Διατροφολογία, Συμπληρωματική Ιατρική, Περιβαλλοντική Ιατρική, Κόκκινο κρασί και Υγεία, Βιταμίνη D

χρόνου και τη γήρανση του οργανισμού. Είναι κοινή γνώση των ωτορινολαρυγγολόγων από την καθημερινή πρακτική ότι η πλειοψηφία των ατόμων, ανεξαρτήτως φύλου,   άνω των 40 ετών αρχίζουν να εκδηλώνουν κάποιου βαθμού προοδευτική απώλεια της ακοής τους, καθώς παρέρχεται ο χρόνος. Αυτή η απώλεια της ακουστικής ικανότητας είναι μεγαλύτερη στις υψηλότερες συχνότητες (άνω των 2000 Ηz). (Εικ. 1)

alt.Παρά το γεγονός ότι οι παράγοντες που συμβάλουν στη γήρανση του οργανισμού, πολύ πιθανόν παίζουν ρόλο και στην εγκατάσταση της πρεσβυακοΐας, εν τούτοις φαίνεται ότι η   πρεσβυακοΐα είναι μια πολυπαραγοντική διαδικασία, που μπορεί να ποικίλει σε σοβαρότητα.  (Gates   και Mills, 2005). Συγκεκριμένα, πρόκειται για αμφοτερόπλευρη βαρηκοΐα στις υψηλές συχνότητες (άνω των 2000 Ηz) (Eικ. 1), που μπορεί να συνοδεύεται από δυσχέρεια του πάσχοντος να διακρίνει τα ομιλούμενα από τον συνομιλητή του και από ανεπάρκεια της κεντρικής ακουστικής επεξεργασίας της ηχητικής πληροφορίας.

Υπάρχουν διάφοροι τύποι πρεσβυακοΐας. Η συσχέτιση μεταξύ του προχωρημένου της ηλικίας και της βαρηκοΐας στις υψηλές συχνότητες πρωτοπεριγράφηκε από τον  Zwaardemaker το 1899. Ο  Bunch  το 1929  τεκμηρίωσε όχι μόνο τη βαρηκοΐα που επέρχεται με την πάροδο της ηλικίας (πρεσβυακοΐα), αλλά και το γεγονός ότι οι γυναίκες τείνουν να διατηρούν την ακουστική τους ικανότητα επί μακρότερον από τους άνδρες.

¨Έκτοτε οι έρευνες διεθνώς βοήθησαν στην περαιτέρω κατανόηση των αλλαγών των ουδών της ακοής που σχετίζονται με την πάροδο της ηλικίας και έχει υπολογιστεί η επίπτωση της απώλειας της ακοής στους γηρασμένους πληθυσμούς. Έτσι η    Senate Committee on Aging  υπολόγησε το 1968 ότι το 30-50% του πληθυσμού άνω των 65 ετών είχε αρκετά σημαντική βαρηκοΐα, που παρεμποδίζει την επικοινωνία τους με τους ανθρώπους  (ΑΝSI, 1970).  Τα τελευταία τριάντα έτη έχουν γίνει εκτεταμένες έρευνες για να εντοπιστούν και περιγραφούν οι παθολογοανατομικές αλλαγές που συνοδεύουν την πρεσβυακοΐα, ενώ, μέχρι σήμερα, ο ακριβής μηχανισμός της πρεσβυακοΐας παραμένει άγνωστος.

 

Η πρεσβυακοΐα αποτελεί, εκτός από υγειονομικό, πολύ σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα, καθώς εγκαθίσταται και εξελίσσεται αρνητικά για τα ηλικιωμένα άτομα σε μια φάση της ζωής τους, που και τα λοιπά συστήματα του σώματος αρχίζουν να υπολειτουργούν ή να υποστρέφουν ή να εκφυλίζονται. Ένα ηλικιωμένο άτομο μπορεί να χρειάζεται την ακουστική του επάρκεια, αφού ήδη έχει απολέσει την αποτελεσματική του οπτική οξύτητα. Δυστυχώς, αν εκδηλωθούν διαταραχές και από τις αρθρώσεις τα βαρήκοα  άτομα παρουσιάζουν δυσχέρεια και στη χρησιμοποίηση των ακουστικών βαρηκοΐας. Η σταδιακή έκπτωση της ακουστικής ικανότητας και η αδυναμία ενίσχυσης ή αποκατάστασής της για ποικίλους λόγους, μπορεί να συμβάλλει στην εκδήλωση κατάθλιψης του ηλικιωμένου ατόμου, απομόνωσή από τον κοινωνικό του περίγυρο, αφού είναι αδύνατη ακόμη και η τηλεφωνική επικοινωνία και πιθανόν να το οδηγήσει σε άνοια. Η μη συμμετοχή ενός ατόμου στα κοινωνικά δρώμενα συνεπεία της ακουστικής του   ανεπάρκειας επαυξάνει το συναίσθημα  της αναπηρίας και της μη χρησιμότητας του βαρήκοου ατόμου, πράγμα που επηρεάζει σημαντικά την ευεξία του και την πιθανότητα παράτασης του  βίου του. Γιαυτό το λόγο η  πρεσβυακοΐα πρέπει να διαγιγνώσκεται, όσο το δυνατόν νωρίτερα, να δοκιμάζονται ακόμη και οι εναλλακτικές προτάσεις θεραπείας, εφόσον στηρίζονται σε κλινικές έρευνες και να εφαρμόζονται τα κατάλληλα ακουστικά βαρηκοΐας,  (Cohn ES. 1999).

 

Επίδραση του φύλου στην πρεσβυακοΐα

Η μελέτη μεγάλου αριθμού ακοογραφημάτων ηλικιωμένων ατόμων επί 50 έτη από τον  Jerger et al,  (1993) αποκάλυψε το  φαινόμενο της ΄΄αναστροφής του φύλου΄΄  Πάνω από το 1 kHz οι άνδρες έδειξαν μεγαλύτερη μέση απώλεια από της γυναίκες, κάτω όμως του 1 kHz οι γυναίκες έδειξαν μεγαλύτερη μέση απώλεια ακοής σε σύγκριση με τους άνδρες. Το αποτέλεσμα αυτό αυξάνει με την πάροδο της ηλικίας και το βαθμό της βαρηκοΐας. Η διαφορά είναι παρούσα άσχετα από το αν τα ηλικιωμένα άτομα παραπονούνται   για πρόβλημα ακοής και παραμένει, εφόσον έχουν αποκλειστεί από την ανάλυση άτομα που έχουν εκτεθεί σε θορύβους.

 

ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΪΑΣ

Παρά το γεγονός ότι τα τελευταία 50 έτη έχουν γίνει κάποιες εξαιρετικές έρευνες στο πεδίο της πρεσβυακοΐας, εν τούτοις η γνώση της παθοφυσιολογίας της πρεσβυακοΐας παραμένει ακόμη ατελής. Οι παθολογοανατομικές αλλαγές που σχετίζονται με τη γήρανση του ατόμου λαμβάνουν χώρα κατά μήκος όλου του ακουστικού συστήματος, δηλαδή από τα τριχωτά κύτταρα του κοχλία μέχρι τον ακουστικό φλοιό του κροταφικού λοβού του εγκεφάλου. Αυτές οι αλλαγές μπορεί να σχετίζονται με διαφορετικά κλινικά ευρήματα και διαφορετικά εργαστηριακά αποτελέσματα ελέγχου της ακοής.

 

Ανάλογα με τη σοβαρότητα των αλλαγών και το ανατομικό επίπεδο, στο οποίο συμβαίνουν. Πολλοί ερευνητές αναζήτησαν τα αίτια της νόσου, όπως ο  Crowe  και οι συνεργάτες του(1934), ο  Saxen  (1937, 1952). Ο    Gacek  και  Schuknecht  (1969)  μελέτησαν τις ιστολογικές αλλαγές του κοχλία ανθρώπων με πρεσβυακοΐα. Ο  Gacek  καιSchuknecht  (1993)  βασιζόμενοι στις συσχετίσεις μεταξύ των ακοομετρικών και των ιστολογικών ευρημάτων, που έκαναν μεταθανατίως επί πτωμάτων, εντόπισαν τέσσερα σημεία γήρανσης στον κοχλία και υποδιαίρεσαν την πρεσβυακοΐα σε τέσσερεις τύπους, βασιζόμενοι σε αυτά τα σημεία, ήτοι:

 

Την  αισθητήρια (sensory),  τη  νευρική (neural), την  ταινιακή (πρεσβυακουσία της αγγειώδους ταινίας) (strial) και τη  βαρηκοΐα αγωγιμότητας (conductive). Οι ιστολογικές αλλαγές σχετίζονται κατά προσέγγιση με τα συμπτώματα και τα εργαστηριακά αποτελέσματα ελέγχου της ακοής.

 

AΙΣΘΗΤΗΡΙΑΚΗ ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΥΣΙΑ

Ως  αισθητηριακή πρεσβυακοΐα (Sensory presbycusis) αναφέρεται η επιθηλιακή ατροφία του οργάνου του Corti με απώλεια των αισθητηριακών τριχωτών κυττάρων και των υποστηρικτικών κυττάρων. Οι απώλειες της ακοής που προκύπτουν από βλάβη των κοχλιακών τριχωτών κυττάρων αναφέρονται ως αισθητηριακές απώλειες. Ο όρος ΄΄νευραισθητήρια βαρηκοΐα χρησιμοποιείται επίσης. Όμως στην   τρέχουσα πρακτική είναι σε χρήση ο όρος αισθητηριακή ΄΄ (sensory) για να τονιστεί η προσβολή του κοχλία ενώ ο όρος ΄΄νευρική΄΄ (neural) για να τονιστούν οι εξωαξωνικές βλάβες του εγκεφαλικού στελέχους.

 

Η διαδικασία εγκατάστασης αισθητηριακής βαρηκοΐας ξεκινάει στη  βασική έλικα (basal turn)  του κοχλία και βραδέως εξελίσσεται προς την κορυφή του. Αυτές οι αλλαγές σχετίζονται με μια κατακόρυφη πτώση της ακοής στις υψηλές συχνότητες, η οποία αρχίζει στη μέση ηλικία.  Σε αντίθεση με τις παθολογοανατομικές βλάβες του μέσου ωτός οι ακοολογικές εκδηλώσεις της κοχλιακής βλάβης   οι εξής:  (α) Συνήθως παρατηρούνται φυσιολογικό τυμπανόγραμμα και φυσιολογικά ακουστικά αντανακλαστικά σε όλες τις απώλειες εκτός από τις σοβαρές περιπτώσεις.  (β) Η οστεΐνη αγωγή συμπίπτει με την αερίνη αγωγή, ενώ υπάρχει απουσία της οστεΐνης αγωγής στις σοβαρές περιπτώσεις.  (γ) Η υπερουδική αναγνώριση των λέξεων συχνά περιορίζεται σχετικά σε μια συγκρίσιμη βαρηκοΐα αγωγιμότητας.  (δ) Το ακοομετρικό διάγραμμα συνήθως δείχνει, με ορισμένες εξαιρέσεις, μια μεγαλύτερη απώλεια ακοής στις περιοχές των υψηλοτέρων συχνοτήτων.

 

Η απότομη προς τα κάτω κλίση του ακοογράμματος αρχίζει πάνω από τις συχνότητες της ομιλίας (οι οποίες εντοπίζονται στη μέση και την κορυφαία έλικα του κοχλία), ως εκ τούτου η  διακριτική ικανότητα της ακοής (speech discrimination)  συχνά διατηρείται.

Η ικανότητα αναγνώρισης του λόγου ή των λέξεων είναι πιθανόν μια από τις κυριότερες διαφορές όταν συγκρίνεται η αισθητήρια βαρηκοΐα με τη βαρηκοΐα αγωγιμότητας. Καθώς μια βαρηκοΐα αγωγιμότητας    αυξάνει σε σοβαρότητα, δεν αλλάζει δραματικά η ικανότητα αναγνώρισης των λέξεων, εφόσον ο βαθμός της απώλειας δεν αντιρροπείται ενισχύοντας την ακοή με κάποιο ακουστικό βαρηκοΐας.  Παρά τούτο, αυτό δεν συμβαίνει πάντοτε με την αισθητηριακή βαρηκοΐα, διότι καθώς αυξάνει η αισθητηριακή απώλεια, ελαττώνεται η ικανότητα αναγνώρισης των λέξεων, ακόμη κι αν ενισχυθεί η ακοή με κάποιο ακουστικό.Ο  βαθμός της ακουστικής απώλειας με όρους ικανότητας αναγνώρισης λέξεων  μπορεί να ταξινομηθεί ως ακολούθως.

 

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ  : 90% - 100%

Ελαφρά δυσχέρεια (όπως κατά την τηλεφωνική συνδιάλεξη): 75% - 90%

Μέτρια δυσκολία :65% - 75%

Σοβαρή δυσκολία: 50% - 65%

Πολύ σοβαρή δυσκολία και αδυναμία παρακολούθησης μιας κανονικής ομιλίας:<50%

Βεβαίως η κατάταξη αυτή των δυσκολιών είναι κατά προσέγγιση και η κάθε εξατομικευμένη περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται ξεχωριστά.

Το φαινόμενο της ακουστικής εξίσωσης είναι επίσης είναι ένα πολύ διακριτικό χαρακτηριστικό των αισθητηριακών απωλειών της ακοής, σε σύγκριση με ακουστικές απώλειες αγωγιμότητας ή τις νευρικές τοιαύτες. Ως  ακουστική εξίσωση  αποδίδεται στα  Ελληνικά ο όρος  recruitment  και σημαίνει μιαν ανώμαλη ευαισθησία στην  ηχηρότητα  (loudness),  δηλαδή την   ποιοτική αντίληψη του ήχου, που είναι υποκειμενική και εξαρτάται από την ψυχολογία του ατόμου. Η  ακουστική εξίσωση της ηχηρότητας   (loudness recruitment)  είναι επίσης ένα πολύ διακριτικό χαρακτηριστικό των αισθητηριακών απωλειών, σε σύγκριση με τις απώλειες της αγωγιμότητας ή τις νευρικές τοιαύτες.  Η ακουστική εξίσωση της ηχηρότητας είναι μια ανώμαλα γρήγορη ανάπτυξη της ηχηρότητας με αυξήσεις της έντασης του υπερουδικού ηχητικού ερεθίσματος.    

 

Η ακουστική εξίσωση είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό της βαρηκοΐας που οφείλεται σε βλάβη των αισθητηριακών κυττάρων του κοχλία. Αυτού του τύπου οι βαρηκοΐες είναι και οι συνηθέστερες και προκύπτουν μετά από έκθεση σε ισχυρούς θορύβους, μετά από λήψη ωτοτοξικών φαρμάκων και  αυτές που εκδηλώνονται με τη γήρανση του οργανισμού (πρεσβυακοΐα).  Για να κατανοηθούν καλύτερα τα παραπάνω τίθεται το εξής παράδειγμα.

 

Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει μια αισθητηριακή απώλεια 50dB  στο δεξιό αυτί στη συχνότητα των    2 kHz  και      ο ουδός ακοής στο αριστερό αυτί  στη συχνότητα των2 kHz  είναι  0 dB .  Αν σταλεί στο δεξιό αυτί ένας παλμικός τόνος στα  40 dB SL (90 dB Htl)  μπορεί να   τόσο δυνατά στον ασθενή, σαν να του είχαν σταλεί στο αριστερό αυτί  90 dB SL (90 dB Htl)  στην ίδια συχνότητα.    Έτσι λοιπόν τα δύο σήματα ηχούν το ίδιο ή εξ ίσου δυνατά στον ασθενή, ακόμη κι όταν το ένα είναι40 dB  πάνω από τον ουδό της φυσιολογικής ακοής και το άλλο    90 dB  πάνω από τον φυσιολογικό ουδό ακοής.    Τα παραπάνω δείχνουν ότι το διαταραγμένο αυτί λειτουργεί παρόμοια με με το φυσιολογικό αυτί σε όρους ανάπτυξης της ηχηρότητας σε υπερουδικά επίπεδα, αφού έχει υπερνικηθεί η ακουστική απώλεια.

alt

Οι συνηθέστερες συμπεριφορικές δοκιμασίες  που χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση και τη μέτρηση της ακουστικής εξίσωσης είναι τα¨AlternateLoudnessBalanceTest (ABLB),    MonauralLoudness BalanceTest (MLB),  και το  ShortIncrementSensitivityIndex (SISI).  Ίσως η   συνηθέστερη δοκιμασία είναι    SISIπου συνήθως είναι ενσωματωμένη στους πλείστους κλινικούς ακοομετρητές. Άλλες δοκιμασίες με τις οποίες μπορεί να μετρηθεί η ακουστική εξίσωση είναι η δοκιμασία ακοομετρίας  Bekesy  και η λειτουργία  PI/PB.Ιστολογικά η ατροφία των αισθητηριακών κυττάρων μπορεί να περιορίζεται μόνο στα πρώτα λίγα χιλιοστόμετρα του βασικού άκρου του κοχλία. Αρχικά υπάρχει επιπέδωση του οργάνου του  Corti  που συνοδεύεται από απώλεια των υποστηρικτικών κυττάρων και μια επακόλουθη δευτεροπαθή νευρική εκφύλιση εξαιτίας της   απώλειας των υποστηρικτικών κυττάρων. Η διαδικασία είναι αργά προοδευτική και επέρχεται με την πάροδο του χρόνου. Κατά μία θεωρία όλες αυτές οι αλλαγές οφείλονται στη συσσώρευση κοκκίων της χρωστικήςλιποφουσκίνης.  Σύμφωναμε τα εργαστηριακά και τα ιστολογικά ευρήματα που έγιναν σε κροταφικά οστά ατόμων με  πρεσβυακοΐα  από τον Scholtz   et al  , (2001) βρέθηκε  ότι η γήρανση του ανθρώπινου κοχλία συνοδεύεται από τα εξής:

 

Πρώτο, οι ακοομετρικές μετρήσεις που αναπαριστάνουν μια βαρηκοΐα στις υψηλές συχνότητες μπορεί να πάρουν ποικίλες μορφές, λαμβάνοντας υπόψη   τις μορφές εκφύλισης των υπερδομών του κοχλία και των δομών που επιβιώνουν.

 

altΔεύτερο, η παρουσία λιποφουσκίνης και κοκκίων λυσοσωμίων δεν σχετίζεται με το βαθμό της βαρηκοΐας. Τρίτο, όπως δείχτηκε μόνο σε ινδικά χοιρίδια η βαρηκοΐα των υψηλών συχνοτήτων μπορεί να σχετίζεται με παραμόρφωση του  επικυττάριου δερματίου ή τελικού υμενίου (cuticular plate). [(ένα πυκνό δίκτυο νηματίων ακτίνης, που βρίσκονται κάτω από την κορυφαία κυτταρική επιφάνεια της κορυφής των τριχωτών κυττάρων και μέσα στην οποία οι στερεοκροσσοί (stereocillia) είναι εμφυτευμένοι], (Hackney, 1987).

 

NΕΥΡΙΚΗ ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΪΑ

Η  νευρική πρεσβυακοΐα αντιστοιχεί στην ατροφία των νευρώνων του κοχλία, που συνήθως είναι σοβαρότερη στη βασική έλικα, αλλά συνήθως προσβάλλεται όλος ο κοχλίας. Στο βαθύ γήρας συνήθως προσβάλλονται οι κεντρικές νευρικές οδοί. Στο ακοογράφημα τυπικά παρατηρείται μια κλιση προς τα κάτω με ποικίλου βαθμού κυρτότητα. Η απώλεια της ικανότητας ακοής της ευκρινούς ομιλίας είναι χαρακτηριστική της νευρικής πρεσβυακοΐας. Η νευρική πρεσβυακοΐα μπορεί να ξεκινήσει σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά  δεν φαίνεται να

επηρεάζει σημαντικά την ακοή, μέχρις ότου ο πληθυσμός των κοχλιακών νευρώνων   ελαττωθεί κάτω από κάποιο κρίσιμο σημείο. Το σχετικά ανεπηρέαστο όργανο του  Corti  ευθύνεται για την καλύτερη ακοή του καθαρού τόνου (pure tone hearing), ενώ η ολοκλήρωση της κατανόησης altτης ομιλίας εμφανώς απαιτεί ένα κρίσιμης σημασίας αριθμό νευρώνων,  (  Anderson RG,  Meyerhoff WL, 1982).Η νευρική πρεσβυακοΐα δεν είναι συνηθισμένη.

ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΪΑ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΩΔΟΥΣ ΤΑΙΝΙΑΣ   ΄Η ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΗ ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΪΑ ΄Η ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΪΑ   ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΩΔΟΥΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

Η μεταβολική πρεσβυακοΐα ή πρεσβυακοΐα της αγγειώδους ταινίας δημιουργείται μετά από ατροφία της αγγειώδους ταινίας. Η αυξημένη συχνότητα της βαρηκοΐας των γυναικών στις χαμηλές συχνότητες μπορεί να οφείλεται σε μεταβολική  πρεσβυακοΐα  (π.χ. από μεταβολικούς παράγοντες). Η ατροφία της αγγειώδους ταινίας, παραδείγματος χάριν, είναι γνωστό ότι σχετίζεται με απώλεια ακοής στις χαμηλές συχνότητες. Η μεταβολική πρεσβυακοία χαρακτηρίζεται από ανομοιόμορφη ατροφία όλης της αγγειώδους ταινίας, η οποία είναι εντονότερη στη μέση και την κορυφαία έλικα του κοχλία. Η αιμάτωση του κοχλία φτάνει μέχρι την κορυφή του, στην οποία μεταδίδονται οι ήχοι χαμηλής συχνότητας. Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι οι παράγοντες που περιορίζουν την αιμάτωση στην κορυφή του κοχλία να προκαλούν ατροφία της αγγειώδους ταινίας με επακόλουθο ην πρόκληση βαρηκοΐας στις χαμηλές συχνότητες. Οι γυναίκες παρουσιάζουν μια μεγαλύτερη συχνότητα και επίπτωση της βαρηκοΐας στις χαμηλές συχνότητες σε σύγκριση με τους άνδρες. Η διαφορά αυτή έχει αποδοθεί σε βιολογικούς παράγοντες, όπως η λειτουργία των ωοθηκών,  (Murphy και  Gates, 1997, Jerger, et al, 1993).

 

altΗ φυσιολογική διατήρηση της χημικής και της βιοηλεκτρικής ισορροπίας και της μεταβολικής υγείας του κοχλία οφείλεται στη λειτουργία της αγγειώδους ταινίας. Η ατροφία της αγγειώδους ταινίας έχει ως επακόλουθο βαρηκοΐα, που απεικονίζεται με επιπέδωση της ακοομετρικής καμπύλης, διότι έχει προσβληθεί όλος ο κοχλίας, ενώ διατηρείται η διακριτική ικανότητα της ομιλίας μέχρις ότου ο μέσος όρος του καθαρού τόνου πέσει κάτω των 50  dB. Η ικανότητα διάκρισης του ακουομένου λόγου διατηρείται. Αυτού του τύπου πρεσβυακοΐα τείνει να εμφανίζεται σε άτομα ηλικίας 30 -60 ετών , εξελίσσεται βραδέως και μπορεί να είναι οικογενής.

 

ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΪΑ ΚΟΧΛΙΑΚΗΣ ΑΓΩΓΙΜΟΤΗΤΑΣ

Η  πρεσβυακοΐα κοχλιακής αγωγιμότητας (Cochlear conductive presbycusis) οφείλεται σε μια αυξημένη δυσκαμψία των υποστηρικτικών ιστών του αυλού του κοχλία, η οποία μπορεί να προκαλέσει μια μηχανικού τύπου βαρηκοΐα αγωγιμότητας.

 

Η πρεσβυακοΐα κοχλιακής αγωγιμότητας εκδηλώνεται με αμφοτερόπλευρη συμμετρική κατιούσα ακοομετρική καμπύλη μετά τη συχνότητα των 1000Hz  .  Η  μηχανική πρεσβυακοΐα (π.χ. κοχλιακή βαρηκοΐα αγωγιμότητας) προκαλείται συνεπεία της πάχυνσης και της δευτεροπαθούς δυσκαμψίας της βασικής μεμβράνης του κοχλία. Η πάχυνση είναι εντονότερη στη βασική έλικα του κοχλία, όπου η βασική μεμβράνη είναι στενή. Τούτο σχετίζεται με μια νευραισθητήρια βαρηκοΐα με κλίση της ακοομετρικής καμπύλης στις υψηλές συχνότητες, η οποία είναι βραδέως προοδευτική. Η ικανότητα διάκρισης του λόγου υπολογίζεται κατά προσέγγιση με τον δοθέντα καθαρό τόνο. Η μελέτη από τον  Nadol (1979),  τριών κροταφικών οστών, ατόμων με   προσβολή της βασικής έλικας του κοχλία, έδειξε στο μικροσκόπιο του φωτός και το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο τα εξής:   Στο μικροσκόπιο του φωτός παρατηρήθηκαν τυπικές πρωτοπαθείς νευρικές εκφυλίσεις με ένα κατερχόμενο ακοομετρικό πρότυπο, απώλεια των κοχλιακών νευρώνων στη βασική έλικα και διατήρηση του οργάνου του Corti.

 

H  υπερδομική (ultrastructural) ανάλυσηαποκάλυψε φυσιολογικά τριχωτά κύτταρα και σημαντικές εκφυλιστικές αλλαγές στις νευρικές ίνες που είχαν εναπομείνει, ιδιαίτερα στη βασική έλικα.   Αυτές οι αλλαγές περιελάμβαναν μιαν ελάττωση του αριθμού των συνάψεων στη βάση των τριχωτών κυττάρων, συσσώρευση κυτταρικού ρύπου στις ελικοειδείς δεσμίδες, ανωμαλίες των δενδριτικών ινών και των ελύτρων τους στο  οστικό ελικοειδές. πέταλο (osseous spiral lamina)  και εκφυλιστικές αλλοιώσεις στα κύτταρα του ελικοειδούς γαγγλίου και τους άξονές τους. Αυτές οι αλλοιώσεις ερμηνεύτηκαν   ως ένα ενδιάμεσο στάδιο της εκφύλισης, πριν από την καθολική απώλεια των νευρικών και των ινών του γαγγλίου , όπως φάνηκαν στο μικροσκόπιο του φωτός. Στο τρίτο κροταφικό οι αλλοιώσεις που παρατηρήθηκαν ήσαν οι τυπικές της πρωτοπαθούς εκφύλισης των τριχών και   των υποστηρικτικών κυττάρων της βασικής έλικας με δευτεροπαθή νευρική εκφύλιση.

 

Επιπρόσθετες παρατηρήσεις σε ένα επίπεδο μικροσκοπικής δομής (ultrastucture) περιελάμβαναν τη συντήρηση των ισχυρών συνδέσμων της  έσω κλίμακας (scala media), παρά την απώλεια των τριχών και των υποστηρικτικών κυττάρων. Τούτο   ήταν δηλωτικό της ικανότητας της κυτταρικής ΄΄επούλωσης΄΄ στο έσω ους.   Εκφυλιστικές αλλοιώσεις βρέθηκαν στις νευρικές ίνες που είχαν απομείνει στο οστικό ελικοειδές πέταλο. Επιπροσθέτως, υπήρχε σημαντική πάχυνση στη βασική μεμβράνη της βασικής έλικας, η οποία περιείχε έναν αυξημένο αριθμό ινιδίων και μια συσσώρευση άμορφου οσμιοφιλικού υλικού. Το εύρημα αυτό υποστηρίζει την ιδέα ότι μηχανικές αλλαγές μπορεί να οδηγήσουν σε πρεσβυακοΐα της βασικής έλικας,  (Nadol 1979).  

ΜΕΙΚΤΟΙ ΤΥΠΟΙ ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΪΑΣ

Είναι φανερό ότι πολλές εξατομικευμένες περιπτώσεις δεν μπορούν να καταταχτούν σε κάποιο ειδικό τύπο, καθώς υπάρχουν μεικτοί τύποι πρεσβυακοΐας. Περίπου 25% όλων των περιπτώσεων πρεσβυακοΐας δεν συνοδεύονται από τα παραπάνω χαρακτηριστικά των τεσσάρων κατηγοριών και τότε μιλάμε για την    απροσδιόριστη πρεσβυακοΐα  (indetermidiate presbycusis)(Schuknecht και Gacek , 1993).

 

Ο  Schuknecht  υπολόγισε ότι 2100 νευρώνες χάνονται ανά δεκαετία (επί συνόλου 35000). Αυτή η απώλεια αρχίζει με το ξεκίνημα της ζωής και μπορεί να είναι γενετικά προδιαγεγραμμένη. Τα αποτελέσματα αυτών των απωλειών μένουν απαρατήρητα μέχρι τη γεροντική ηλικία, διότι ο μέσος όρος των υψηλών συχνοτήτων δεν επηρεάζεται, αν δεν έχει καταστραφεί το 90% των νευρώνων. Η ατροφία συμβαίνει κατά μήκος όλου του κοχλία, με ελαφρώς μεγαλύτερη προδιάθεση προσβολής της βασικής περιοχής από τον υπολειπόμενο κοχλία.

 

Γιαυτό και δεν παρατηρείται κατακόρυφη πτώση στις υψηλές συχνότητες στην ακοομετρική καμπύλη. Μια δυσανάλογα σοβαρή ελάττωση στη διακριτική ικανότητα της ακουομένης ομιλίας (speech discrimination) σχετίζεται κλινικά με τη νευρική πρεσβυακοΐα και μπορεί να παρατηρηθεί προτού γίνει αντιληπτή η ακουστική απώλεια, διότι χρειάζονται λιγότεροι νευρώνες για τη διατήρηση των συχνοτήτων ακοής της ομιλίας, παρά για τη διακριτικότητα του λόγου.

 

AIΤΙΑ ΚΑΙ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΛΑΒΗΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΪΑ

Οι αλλαγές που προκαλούνται στην πρεσβυακοΐα σπανίως εντοπίζονται μόνο στο ένα αυτί. Οι παθολογοανατομικές αλλαγές στην   πρεσβυακοΐα τυπικά εγκαθίστανται ταυτόχρονα και στα δύο αυτιά, και σε πολλαπλά σημεία του έσω ωτός. Αυτό εξηγεί τη δυσκολία της συσχέτισης των ειδικών κλινικών συμπτωμάτων ή σημείων με ειδικές ανατομικές περιοχές. Εξάλλου, η καταγραφή ενός ορισμένου τύπου ακοομετρικής καμπύλης δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι υπάρχει κάποια βλάβη σε ένα ειδικό κοχλιακό στοιχείο.

 

Μέσα από τις εκτενείς έρευνες που έχουν γίνει και γίνονται για την ανεύρεση του αιτίου της πρεσβυακοΐας, υπάρχουν ορισμένες που έχουν εστιαστεί στην ανεύρεση υποκείμενων γενετικών ανωμαλιών , οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν, να συμβάλλουν ή να προδιαθέσουν στην ανάπτυξη της .

Μια από τις πιο πιθανές αιτίες που έχουν ερευνηθεί είναι μια γενετική μετάλλαξη στο μιτοχονδριακό  DNA.  H  αιματάρδευση του κοχλία που έχει σχέση με την ηλικία   μπορεί να συμβάλλει στο σχηματισμό αντιδραστικών μεταβολιτών του οξυγόνου οι οποίο μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τις νευρικές δομές του έσω ωτός και να προκαλέσουν επίσης βλάβη στο μιτοχονδριακό  DNA. Το βλαμμένο μιτοχονδριακό  DNA  μπορεί να προκαλέσει περιορισμένη οξειδωτική φωσφορυλίωση, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα της νευρικής λειτουργίας του έσω ωτός. Ο  Dai et al  (2004)    βρήκαν ότι το βλαμμένο μιτοχονδριακό  DNA  μπορεί να οδηγήσει σε ανατομικές αλλαγές του έσω ωτός. Ειδικότερα βρήκαν εντονότερη στένωση των νευρικών αγγείων  (vasa  nervorum) στον έσω ακουστικό   πόρο των κροταφικών οστών με ένα έλλειμμα του μιτοχονδριακού  DNA.

 

Είναι πιθανόν ότι οι ρίζες οξυγόνου βλάπτουν το μιτοχονδριακό  DNA  και άλλα συστατικά των μιτοχονδρίων, όπως τις πρωτεΐνες και τα λιπίδιά τους. Αυτό πάλι επηρεάζει επιπλέον την οξειδωτική φωσφορυλίωση και τη διαδικασία επιδιόρθωσης στα μιτοχόνδρια, κινητοποιώντας ένα φαύλο κύκλο χημικής αποικοδόμησης. Το βλαμμένο μιτοχονδριακό  DNA  έχει συνδεθεί επίσης με μεγαλύτερη συχνότητα απόπτωσης ορισμένων κυττάρων στο έσω ους, σε μια μελέτη που έκανε ο  Pickles, (2004).

Στους ανθρώπους, η μιτοχονδριακή απαλειφή mtDNA4977, γνωστή  συνηθισμένη απαλειφή (common deletion) υποτίθεται ότι παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην   πρόκληση της πρεσβυακοΐας,  (Kong WJ, et al, 2006)

Δύο ειδικές μιτοχονδριακές DNA απαλειφές -  mtDNA4834 και  mtDNA4977 έχουν συνδεθεί την βαρηκοΐα των τρωκτικών, λόγω ηλικίας.  (Kong WJ, 2006).

Επιπρόσθετες μελέτες του  Han et al  (2000)  και  Dai et al  (2004)  έχουν συνδέσει την απαλειφή του  mtDNA4977 από ανθρώπινα κροταφικά οστά με τη πρεσβυακοΐα. Έχουν γίνει επίσης έρευνες, που εστιάστηκαν σε διατροφικές και ανατομικές αιτίες της, που θα μπορούσαν να προκαλέσουν πρεσβυακοΐα. Τα χαμηλά επίπεδα φυλλικού οξός στο αίμα έχουν σχετιστεί με πτωχή ακοή. Παρά το γεγονός ότι ο  Berner et al  (2000)  δεν βρήκαν σχέση μεταξύ της πρεσβυακοΐας και των επιπέδων  βιταμίνης Β12 και  φυλλικού οξέος, εν τούτοις ο  Durga J, et al, (2007)  βρήκαν ότι η συμπληρωματική χορήγηση  φυλλικού οξέος επιβράδυνε την εξασθένιση της ακοής στην περιοχή των συχνοτήτων της ομιλίας, που σχετίζονται με την γήρανση σε ένα πληθυσμό χώρας, στην οποίαν οι τροφές δεν έχουν ενισχυθεί με  φυλλικό οξύ.

 

Έχουν γίνει επίσης έρευνες, με τις οποίες αναζητήθηκαν διατροφικές και ανατομικές αιτίες της πρεσβυακοΐας. Ο  Martin Villares  et al  (2005)  βρήκαν να υπάρχει θετική σχέση μεταξύ των υψηλών επιπέδων χοληστερόλης και της βαρηκοΐας, που πιθανόν προκαλείται με αθηροματοσκληρυντικό μηχανισμό. Αν και ο βαθμός της πνευμάτωσης των κροταφικών οστών δεν σχετίζεται με την παρουσία πρεσβυακοΐας  (Pata et al, 2004),  εν τούτοις σε μια μελέτη των  Scholtzet al, (2001)  η βαρηκοΐα βρέθηκε ότι μπορεί να σχετίζεται παραμόρφωση του  επικυτταρίου δερματίου ή τελικού υμενίου (cuticular plate  ή  terminal weg).

 

Nelson και Hinojosa R(2006)  εξέτασαν με ποσοτικές μεθόδους εικοσιένα κροταφικά οστά ατόμων μεπρεσβυακοΐα , που είχαν χαρακτηριστική κεκλιμένη ακοομετρική καμπύλη και τα συνέκριναν με κροταφικά οστά ατόμων με κανονική ακοή και βρήκαν ότι η σοβαρότητα της πρεσβυακοΐας είχε σχέση με την εκφύλιση της αγγειώδους ταινίας, των κυττάρων του ελικοειδούς γαγγλίου, των έσω και έξω τριχωτών κυττάρων Γενικότερα, ακόμη δεν είναι γνωστά τα ακριβή αίτια της πρεσβυακοΐας. Πάντως οι έρευνες είναι εστραμμένες   σε γενετικούς, ανατομικούς οι συνδυασμένους παράγοντες που ευνοούν τη δημιουργία της πρεσβυακοΐας.

 

Πρόσφατα ο  Huyghe JRet al  (2008)ανακοίνωσαν   τα αποτελέσματα μιας διασταυρουμένης οικογενειακής μελέτης ατόμων με πρεσβυακοία που βασίστηκε σε ακοομετρικό έλεγχο. Οι παραπάνω ερευνητές   εντόπισαν το γονιδιακό τόπο (locus)8q24.13-q24.22  ,  που σχετίζεται με τις απώλειες της ακοής που εντοπίστηκαν στο σχήμα των ακοογραφημάτων των πρεσβυακοϊκών ασθενών.

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΪΑΣ

Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία της συχνότητας της πρεσβυακοΐας στην Ελλάδα, όπως δεν υπάρχουν και σε άλλες προηγμένες ακοολογικά χώρες. Υπολογίζεται ότι το 25–30% των ατόμων στις ΗΠΑ , ηλικίας 65–74 ετών έχει διαταραγμένη ακοή. Για τα άτομα, τα μεγαλύτερα των 75 ετών αυτή η συχνότητα αυξάνει στο 40-50%.   Υπάρχουν διαφορές της συχνότητας της πρεσβυακοΐας σε διάφορους πληθυσμούς και πολιτισμούς. Το 1962 ο  Rosen et al  μελέτησαν την πρωτόγονη φυλή των  Mabaans  στο Σουδάν και βρήκαν μικρότερη απώλεια ακοής στους ηλικιωμένους, σε σύγκριση με ηλικιωμένους αστικών κοινωνιών.  

 

Το εάν, αυτά τα ευρήματα οφείλονται στη μη χρόνια έκθεση των ιθαγενών σε θορύβους και την απουσία άλλων συστηματικών νόσων , τα οποία είναι συνηθισμένα στους δυτικοποιημένους λαούς (π.χ. αθηροματοσκλήρυνση, διαβήτης, νόσοι του αναπνευστικού κλπ) αυτό είναι άγνωστο. Γενικά όμως το πλείστον του παγκόσμιου γεροντικού πληθυσμού παρουσιάζει κάποιου βαθμού βαρηκοΐα.

 

Δεν έχουν αναφερθεί διαφορές στη συχνότητα της πρεσβυακοΐας σε άτομα που ανήκουν σε διάφορες φυλές, ούτε έχει παρατηρηθεί διαφορετική συχνότητα της πρεσβυακοΐας στις γυναίκες ή τους άνδρες. Το βέβαιο είναι ότι   εξ ορισμού η συχνότητα της πρεσβυακοΐας αυξάνει με την πάροδο της ηλικίας.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΪΑΣ

Η κλινική εικόνα της πρεσβυακοΐας ποικίλει από ασθενή σε ασθενή και είναι επακόλουθο των ποικίλων συνδυασμών των κοχλιακών και των νευρικών αλλαγών που έχουν επισυμβεί,    (Humes et al, 1994).

Tυπικά ο ασθενής με   μπορεί να έχει μεγαλύτερη δυσκολία   να κατανοήσει την ομιλία που γίνεται με ταχύτητα, την ομιλία που περιέχει άγνωστο ή πολύπλοκο, γιαυτόν λεξιλόγιο, όταν η ομιλία διεξάγεται μέσα σε θορυβώδες περιβάλλον ή ένα περιβάλλον που διασπά την προσοχή. Καθώς η   εξελίσσεται γίνεται εξαιρετικά δυσχερής ο εντοπισμός της προέλευσης του ήχου.

 

Τα εργαζόμενα ενήλικα άτομα   με ήπια έως μέτρια   νευραισθητήρια   βαρηκοία   επιδεικνύουν περισσότερες αρνητικές συναισθηματικές αντιδράσεις και κοινωνικοπεριστασιακούς περιορισμούς, σε σύγκριση με άτομα που δεν εμφανίζουν προβλήματα ακοής, πράγμα πους περιορίζει την καθημερινή ευεξία και την ποιότητα της ζωής. Τα άτομα αυτά, όταν συνταξιοδοτούνται και εμφανίζουν και   πρεσβυακοΐα μπορεί να εκδηλώσουν επιδείνωση της αρνητικότητάς τους, πράγμα που μπορεί να τους δημιουργήσει έντονα προβλήματα σχέσεων με τους οικείους και το περιβάλλον τους.

Kατά τη λήψη του ιστορικού και την κλινική εξέταση αποκλείονται η έκθεση του ατόμου σε θορύβους, ο διαβήτης, η ωτοσκλήρυνση και οποιαδήποτε άλλη συστηματική νόσος που προκαλεί και αυτή νευραισθητήρια ή άλλου τύπου βαρηκοΐα, οπόταν το αποτέλεσμα της πρεσβυακοΐας προστίθεται στη βαρηκοΐα που προκαλεί η συστηματική ή ωτική νόσος.

 

H  πρεσβυακοΐα διαγιγνώσκεται αφού αποκλειστούν όλες οι άλλες αιτίες που παρέχουν το ίδιο ακοομετρικό διάγραμμα. Έτσι πάντοτε αποκλείεται η ωτοσκλήρυνση ή το χολοστεάτωμα ή οποιοσδήποτε όγκος της γεφυροπαρεγκεφαλιδικής γωνίας. Ο διαβήτης τύπου 2 σχετίζεται με βαρηκοΐα ανεξάρτητα από τον τρόπο ζωής του ασθενούς, όπως παρατηρήθηκε σε μεσήλικες ασθενείς,  (Sakuta et al, 2007). Τα διαβητικά άτομα λόγω της πρώιμης αθηροματοσκλήρυνσης που   αναπτύσσουν εμφανίζουν κακή αιματάρδευση του κοχλία και στη συνέχεια κακή οξυγόνωση.

Επιπλέον ο διαβήτης προκαλεί διάχυτη διήθηση και υπερτροφία του εσωτερικού αγγειακού ενδοθηλίου, το οποίο υπεισέρχεται και αυτό στον περιορισμό της αιματάρδευσης του κοχλία. Oι διαβητικοί ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 60 ετών ή νεότεροι μπορεί να παρουσιάσουν πρώιμη βαρηκοΐα στις υψηλές συχνότητες παρόμοια με την πρώιμη πρεσβυακοΐα. Μετά το 60ο έτος περιορίζεται η διαφορά της βαρηκοΐας μεταξύ των διαβητικών και μη διαβητικών ασθενών,  (Vaughan et al, 2006).

 

H έκθεση σε θορύβους κατά τη διάρκεια του βίου ενός ατόμου είναι πιθανόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην ακουστική ικανότητα. Όμως είναι δύσκολο να καθοριστεί η αλληλεπίδραση της βαρηκοΐας συνεπεία έκθεσης σε θορύβους και της πρεσβυακοΐας. Η συνηθέστερη αποδεκτή υπόθεση είναι η συνάθροιση της βαρηκοΐας από θορύβους και από πρεσβυακοΐα. Παρά τούτο, έχουν προταθεί, τόσο το αθροιστικό αποτέλεσμα, όσο και το υπεραθροιστικό αποτέλεσμα. Έχει αναφερθεί από τον  Gates et al, (2000)  ότι η βαρηκοΐα από θορύβους που εγκαθίσταται πριν από τη γεροντική ηλικία   περιορίζει τα αποτελέσματα της γήρανσης στις συχνότητες που σχετίζονται με τη βαρηκοΐα από θόρυβο, αλλά επιταχύνουν την επιδείνωση της ακοής στις παρακείμενες συχνότητες,  (Gates et al., 2000)  .

 

Η λήψη ωτοτοξικών φαρμάκων και η έκθεση σε περιβαλλοντικά ωτοτοξικά χημικά, εκτός από την ακουστική απώλεια που η ίδια προκαλεί, αθροίζεται επίσης με την απώλεια που οφείλεται στην πρεσβυακοΐα  (Scholtz et al, 2001).

Η έκθεση σε τοξικό στρες, δηλαδή στρες έντονο και παρατεταμένο μπορεί να συνοδεύεται από ακουστική απώλεια που επιδεινώνει την πρεσβυακοΐα . Oακουστικός τραυματισμός, η  ωτοτοξικότητα από αμινογλυκοσίδες, η  κοχλιακήισχαιμία  και το τραυματικό στρες οδηγούν σε υπερβολική απελευθέρωση γλουταμικού από τα έσω τριχωτά κύτταρα στα συναπτικά διαστήματα. Η υψηλή συγκέντρωση γλουταμικού μπορεί να προκαλέσει ένα οίδημα και καταστροφή των δενδριτών των νευρώνων του ελικοειδούς γαγγλίου του τύπου Ι, καθώς επίσης και σε περιορισμό του αριθμού των νευρώνων.   Τούτο μπορεί να αποτελέσει αιτία βαρηκοΐας.

 

Ο  Steinbach και  Lutz (2007)  έδειξαν για πρώτη φορά σε καλλιέργειες ελικοειδούς γαγγλίου ότι το  γλουταμικό  προκαλεί απόπτωση των νευρώνων του ελικοειδούς γαγγλίου, η οποία θα μπορούσε να αποκλειστεί εκλεκτικά από έναναναστολέα κασπάσης -3  (caspase-3 inhibitor) . Τούτο θα μπορούσε να προσφέρει μια νέα θεραπευτική στρατηγική   στις διαταραχές της ακοής, οι οποίες αν αντιμετωπιστούν   έγκαιρα θα περιοριστεί το τελικό αθροιστικό αποτέλεσμα που θα προέκυπτε και από την πρεσβυακοΐα.

 

΄Eχει ενοχοποιηθεί μια γενετική ποικιλία στη χρωμοσωμιακή περιοχή του DFNA18 που μπορεί να είναι υπεύθυνη για την πρεσβυακοΐα στο γενικό πληθυσμό  (Garringer et al, 2006).

Ο γενετικός προγραμματισμός για πρόωρη γήρανση τμημάτων του ακουστικού συστήματος μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη της πρεσβυακοΐας. Υπάρχει απόδειξη ότι γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες συμβάλλουν στην πρεσβυακοΐα. Διάφοροι χωμοσωμιακοί  τόποι που έχουν εντοπιστεί αλληλοκαλύπτονται με τόπους που είναι γνωστό ότι προκαλούν συγγενή βαρηκοΐα. Χρειάζονται περαιτέρω μελέτες για να καθοριστεί εάν τα ίδια γονίδια προκαλούν και πρεσβυακοΐα ,  (DeStefano et al, 2003).

΄Eχει ενοχοποιηθεί μια γενετική ποικιλία στη χρωμοσωμιακή περιοχή του DFNA18 που μπορεί να είναι υπεύθυνη για την πρεσβυακοΐα στο γενικό πληθυσμό  (Garringer et al, 2006).

Η διαδικασία της γήρανσης συνοδεύεται συχνά και με διαταραχές της ισορροπίας. Διαταραχές της οσμής, της γεύσης και της οπτικής οξύτητας. Πιθανόν μια γενετικά προγραμματισμένη προδιάθεση ανάπτυξης βαρηκοΐας π.χ. μετά από έκθεση σε θόρυβο, ωτοτοξικά φάρμακα, χημικά και το στρες να ευνοεί την περαιτέρω επιδείνωση μιας πρεσβυακοΐας.

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Μεταξύ των γενικών εξετάσεων αίματος ενός ασθενούς με βαρηκοΐα περιλαμβάνονται εξετάσεις ανίχνευσης αυτοάνοσης νόσου του έσω ωτός. Στον ακτινογραφικό έλεγχο περιλαμβάνεται η αξονική και μαγνητική τομογραφία, προκειμένου να αποκλειστούν οι ανατομικές ανωμαλίες, οι όγκοι της παρεγκεφαλιδικής γωνίας ή άλλες χωροκατακτητικές εξεργασίες.    Άλλες εργαστηριακές εξετάσεις: Στον ακοολογικό έλεγχο περιλαμβάνεται οπωσδήποτε η τονική ακοομετρία, η τυμπανομετρία, ο προσδιορισμός των ακουστικών αντανακλαστικών και η διακριτικότητα της ομιλίας (speech discrimination forms). Η ανάγκη διενέργειας πολυπλοκότερων εργαστηριακών ακοολογικών εξετάσεων καθορίζεται από τα ευρήματα της ακοομετρίας τυμπανομετρίας και ακουστικών αντανακλαστικών.

 

Έτσι λοιπόν, αν βρεθεί σε κάποιο άτομο μια ασύμμετρη νευραισθητήρια βαρηκοΐα (π.χ. περισσότερο από 10dB  σε δύο συνεχόμενες συχνότητες   ή σε άλλα άτομα βρεθούν βαρηκοΐες με στοιχεία βαρηκοΐας αγωγιμότητας, τότε απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση της βαρηκοΐας των ασθενών. Συγκεκριμένα, η αξιολόγηση μπορεί να περιλάβει ποικίλες δοκιμασίες της κεντρικής επεξεργασίας την ακουστικών ερεθισμάτων για να αποκλειστεί η ανώμαλη επεξεργασία της ακουστικής πληροφορίας στο κεντρικό νευρικό σύστημα.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΪΑΣ

Η πρεσβυακοΐα δεν θεραπεύεται, προς το παρόν, αλλά   υπάρχουν ποικίλοι τρόποι βοήθειας των βαρήκοων ατόμων, ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα της ζωής τους.

Ακουστικά βαρηκοΐας: Η σωστή εφαρμογή ακουστικών βαρηκοΐας, αμφοτεροπλεύρως μπορεί να συμβάλει στη αποτελεσματική αποκατάσταση της επικοινωνίας των πασχόντων. Τα πολύ ηλικιωμένα άτομα με οπτική δυσχέρεια ή αρθρίτιδα των δακτύλων ίσως χρειαστούν επικουρική εκπαίδευση για να αλλάζουν τις μπαταρίες των ακουστικών. Η χρησιμοποίηση των ακουστικών βαρηκοΐας δεν εξασφαλίζει σε όλα τα άτομα με   την ακουστική διακριτικότητα σε θορυβώδη περιβάλλοντα.

 

Χειλεοανάγνωση: Η χειλεοανάγνωση μπορεί να βοηθήσει βαρήκοα άτομα με χαμηλή ακουστική διακριτικότητα και μπορεί να φανεί χρήσιμη στα άτομα που φορούν ακουστικά βαρηκοΐας και δυσκολεύονται να διακρίνουν τα λόγια του συνομιλητή τους σε θορυβώδες περιβάλλον.

Συσκευές ενίσχυσης της ακρόασης: Υπάρχουν ποικίλες συσκευές από τους απλούς ενισχυτές του τηλεφωνικού σήματος, μέχρι συσκευές της τηλεόρασης που ενισχύουν τον ήχο σε κατάλληλα ακουστικά που φέρει το βαρήκοο άτομο. Έτσι το βαρήκοο άτομο μπορεί να ενισχύει τα λεγόμενα από την τηλεόραση χωρίς να ενοχλεί τα άλλα άτομα που βρίσκονται στο ίδιο δωμάτιο.

 

Κοχλιακά εμφυτεύματα: Στις περιπτώσεις πρεσβυακοΐας, στις οποίες τα κλασσικά ακουστικά βαρηκοΐας δεν παρέχουν πλέον κάποιο όφελος   η τοποθέτηση κοχλιακού εμφυτεύματος είναι η θεραπεία εκλογής με εξαιρετικά αποτελέσματα ακόμη και στα άτομα της όγδοης δεκαετίας της ζωής, (Gates καιMills, 2005).

Οι καλύτεροι υποψήφιοι για τοποθέτηση κοχλιακού εμφυτεύματος είναι τα άτομα με κοχλιακές αλλοιώσεις, που διαθέτουν σχετικά άθιχτα τα ελικοειδή γάγγλια και τις κεντρικές οδούς.

Ταυτόχρονα με τις προσπάθειες ενίσχυσης της ακουστικής ικανότητας των ατόμων με πρεσβυακοΐα γίνονται συστάσεις αποφυγής των θορύβων, τοξικών ουσιών, καπνίσματος, τον έλεγχο ενός πιθανού ανεξέλεγκτου διαβήτη. Σύμφωνα με τις μελέτες των πιθανών γενετικών και διατροφολογικών   αιτίων   της πρεσβυακοΐας βρίσκονται υπό εξέλιξη θεραπείες που στηρίζονται στη γενετική και την διατροφική υποκατάσταση. Έτσι τα φάρμακα αυτά στοχεύουν στον αποκλεισμό της παραγωγής αντιδραστικών μεταβολιτών του οξυγόνου και τη θεραπεία της ς σε μοριακό επίπεδο  (Hughes, 1989).

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΪΑΣ

Οι αντιδραστικοί μεταβολίτες του οξυγόνου είναι προϊόντα του οξειδωτικού μεταβολισμού που δημιουργούνται συνεχώς  in vivo και είναι γνωστό ότι παράγουν σοβαρή βλάβη κυττάρων, ιστών και του γονιδιώματος. Έχει βρεθεί ότι η  l- καρνιτίνη είναι μια ενδογενής αμίνη που ασκεί αποτέλεσμα στη σύνθεση των αντιδραστικών μεταβολιτών του οξυγόνου. Βάσει αυτού ο  Derin et al (2004)έδειξαν ότι η θεραπεία με l- καρνιτίνη   βελτίωσε τα αποτελέσματα των προκλητών δυναμικών σε επίμυες που έπασχαν από πρεσβυακοΐα. Συνεπώς η  l- καρνιτίνη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική θεραπεία στην πρεσβυακοΐα .

 

Τα αποτελέσματα της ρεσβερατρόλης στη νευραισθητήρια βαρηκοΐα

Η ρεσβερατρόλη προστατεύει το ακουστικό σύστημα από τις βλάβες που προξενούν οι οξειδωτικές ρίζες οξυγόνου. Το οξειδωτικό στρες δημιουργείται με τη μεσολάβηση των ελευθέρων ριζών, οι οποίες προκαλούν κυτταρικές και μοριακές βλάβες. Η ρεσβερατρόλη του κόκκινου κρασιού, ως ισχυρό αντιοξειδωτικό, αναστέλλει τη δράση των οξειδωτικών ριζών του οξυγόνου και τις εξουδετερώνει, προστατεύοντας το έσω ους από τη βλάβη που μπορεί να προκληθεί μετά την έκθεση πειραματοζώων σε ισχυρό θόρυβο.

 

Η βαρηκοΐα, η οποία προκαλείται μετά από έκθεση σε θόρυβο ή μετά από λήψηωτοτοξικών φαρμάκων   εμφανίζουν έναν αριθμό ακοολογικών και παθολογοανατομικών ομοιοτήτων. Οι πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι οι ελεύθερες οξειδωτικές αντιδραστικές ρίζες οξυγόνου   μπορεί να είναι κοινός παράγοντας και για τη βαρηκοΐα από έκθεση σε θόρυβο και από ωτοτοξικά φάρμακα  (Henderson D, et al, 2006). Συνεπώς η χορήγηση ενός ισχυρού αντιοξειδωτικού παράγοντα   μπορεί να δράσει θετικά στην αποκατάσταση της ακοής.

Πρόσφατες εργαστηριακές μελέτες έδειξαν τη σημασία της ειδικής αντιοξειδωτικής θεραπείας με χορήγηση ρεσβερατρόλης (που υπάρχει στο κόκκινο κρασί και το ‘‘Γκελάντο’’  και στο Vinogkelin ) στην πρόληψη της βαρηκοΐας που σχετίζεται με ισχαιμία, έκθεση σε θόρυβο και γήρανση του οργανισμού (Seideman, et al, 2003).

Η ιδανικότερη σκέψη για τη λήψη των πολύτιμων για την υγεία   πολυφαινολών, περιλαμβανομένης και της ρεσβερατρόλης είναι να μπορεί να πάρει τις πολύτιμες ιαματικές ουσίες του κόκκινου κρασιού σε αφθονία με τη μικρότερη δυνατή λήψη οινοπνεύματος. Αυτό επιτεύχθηκε με την παρασκευή βιολογικού συμπυκνωμένου οίνου, όπως ο λιαστός οίνος από  Αγιωργήτικο σταφύλι Νεμέας  (΄΄Γκελάντο΄΄). Για να παρασκευαστεί ένα λίτρο οίνου ΄΄Γκελάντο΄΄ απαιτούνται 5 κιλά σταφυλιών Αγιωργήτικου Νεμέας, το οποίο   είναι προϊόν βιολογικής καλλιέργειας, χωρίς φυτοφάρμακα και λιπάσματα ή χημικά συντηρητικά.

 Το  ΄΄Γκελάντο΄΄ λαμβάνεται σε μικρή δόση (1-2 κουταλιές της σούπας ημερησίως) και έτσι ο λήπτης ενώ δεν προσλαμβάνει μεγάλη ποσότητα οινοπνεύματος παίρνει τις αναγκαίες ιαματικές ουσίες για τη διατήρηση και τόνωση της υγείας του. Σε περίπτωση που κάποιος αδυνατεί να καταναλώσειι οινόπνευμα για διαφόρους λόγους, μπορεί να να χρησιμοποιήσει τη σκόνη των αποξηραμένων σπόρων και φλουδών του βιολογικού κόκκινου σταφυλιού "Γκέλικος", που κυκλοφορεί ως συμπλήρωμα διατροφής με την ονομασία Vinogkelin. Μία κάψουλα του Vinogkelin περιέχει σκόνη που αντιστοιχεί σε 10 περίπου ρόγες σταφυλιού. Αρκούν 3-6 κάψουλες ημερησίως.alt

 

ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΪΑ ΚΑΙ ΕΜΒΟΕΣ ΩΤΩΝ

Η πρεσβυακοΐα συνήθως συνυπάρχει με  εμβοές των ώτων  (πρεσβυεμβοές) και πολλές φορές μπορεί να αντιμετωπιστεί με την εφαρμογή ακουστικών βαρηκοΐας. Στα άτομα με μονόπλευρη νευραισθητήρια βαρηκοΐα και εμβοές, αρκεί η εφαρμογή του ακουστικού στο ελαττωματικό αυτί. Τα άτομα με αμφοτερόπλευρη βαρηκοΐα και εμβοές χρειάζονται δύο ακουστικά. Η επιτυχία των ακουστικών εξαρτάται από τη διακριτική ικανότητα των ασθενών, η οποία ελέγχεται πριν από την εφαρμογή των ακουστικών. Όσο χειρότερα είναι τα συμπτώματα, τόσο πιο καλά αποτελέσματα συνήθως προκύπτουν με την εφαρμογή των ακουστικών,  (Zagolski, 2006).

 

Το έσω ους περιέχει τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις ψευδαργύρου από οποιοδήποτε άλλο όργανο. Πολυάριθμες μελέτες έχουν δείξει τη σχέση της ανεπάρκειας του ψευδαργύρου, των εμβοών και της νευραισθητήριας βαρηκοΐας.

Η συμπληρωματική   ψευδαργύρου  χορήγηση σε ασθενείς με οριακή ανεπάρκεια ψευδαργύρου βελτίωσε τις εμβοές και τη νευραισθητήρια βαρηκοΐα τους στο ένα τρίτο των περιπτώσεων,  (Shambaugh, 1989). Bλέπε: www.zinc.gr  

alt

 

Σε μιαν άλλη κλινική μελέτη η συμπληρωματική χορήγηση 34-68mg ψευδαργύρου επί δύο εβδομάδες περιόρισε σημαντικά τις εμβοές,  (Ochi et al, 1997).

Σε μια Γαλλική μελέτη, στην οποία χρησιμοποιήθηκε ψευδάργυρος για τη θεραπεία εμβοών παρατηρήθηκαν θετικά αποτελέσματα στο 52% περίπου των περιπτώσεων, ενώ στο 15% των πασχόντων υπήρχε μια καλή βελτίωση και στο 37% μικρότερη μεν αλλά σημαντική βελτίωση των εμβοών συνεχούς τύπου,(Gersdorff et al, 1987).

Οι ασθενείς με εμβοές μπορεί να έχουν χαμηλά επίπεδα ψευδαργύρου στο αίμα τους (31%). O ψευδάργυρος συμμετέχει στις νευρικές συνάψεις του ακουστικού συστήματος. Η χορήγηση ψευδαργύρου σε ασθενείς με εμβοές επί 8 εβδομάδες φαίνεται να είναι επωφελής για μερικούς, όπως τουλάχιστον αποδείχτηκε σε διπλή τυφλή μελέτη, ανεξάρτητα αν τα επίπεδα του ψευδαργύρου τους στο αίμα ήταν φυσιολογικά ή χαμηλά και βρήκαν ότι όχι μόνο τα επίπεδα του ψευδαργύρου στο αίμα βελτιώθηκαν, αλλά βελτιώθηκε και οι εμβοές  (Arda, et al, 2003).

Η δόση των 34-68mg ψευδαργύρου δεν προκαλεί παρενέργειες ή αλληλεπιδράσεις με άλλα ιχνοστοιχεία ή φάρμακα. Κανονικά το στοιχείο του ψευδαργύρου απορροφάται δύσκολα και σε ποσοστό 5%. Η απορρόφηση το ψευδαργύρου ενισχύεται μέχρι και 40%, αν είναι χηλοποιημένος με κάποιο αμινοξύ.

Η υπερβολική δοσολογία ψευδαργύρου μπορεί να προκαλέσουν σε τοξικές αντιδράσεις, όπως κοιλιακό άλγος, ναυτία και έμετος. Ο ψευδάργυρος ανταγωνίζεται την απορρόφηση του χαλκού και του μαγγανίου και η χορήγηση μεγάλων δόσεων ψευδαργύρου μπορεί να οδηγήσει σε ανεπάρκεια αυτών των δύο στοιχείων.

Η δοσολογία του ψευδαργύρου για παιδιά και άτομα κάτω των 18 ετών κυμαίνεται από 4mg έως 34mg ημερησίως, ανάλογα με την ηλικία. Η μεγαλύτερη δόση ψευδαργύρου που μπορεί να χορηγηθεί σε ενηλίκους και μητέρες σε γαλουχία είναι 40mg ημερησίως. Πάνω από αυτή τη δόση ο ψευδάργυρος θα πρέπει να χορηγείται με μικρές ποσότητες χαλκού και μαγγανίου. Γενικά για κάθε 10mg ψευδαργύρου πάνω από τη δόση των 40 mg πρέπει να λαμβάνονται 1-2mg χαλκού και 2-3mg μαγγανίου.

Ασφαλές συμπλήρωμα ψευδαργύρου είναι το Zincobell, το οποίο περιέχει συνδυασμό πικολινικού ψευδαργύρου και βιταμίνης C. H τελευταία ενισχύει την απορρόφηση του ψευδαργύρου από το έντερο.

 

Τα φύλλα του φυτού  Ginkgo biloba έχει ευρύτατα μελετηθεί και χορηγείται στην εγκεφαλική ανεπάρκεια, τη βελτίωση της μνήμης, την κατάθλιψη, τη ζάλη, τις εμβοές και την κεφαλαλγία. Δρα νευροπροστατευτικά ανταγωνιζόμενο τογλουταμικό  και αυξάνει τη μικροκυκλοφορία. Στις εμβοές έχει χορηγηθεί το εκχύλισμα του  Ginkgo biloba EGb 761 με ενθαρρυντικά αποτελέσματα στη θεραπεία των εμβοών,  (Holstein 2001).

Η πρεσβυακοΐα είναι κατάσταση που απαιτεί τη συνεργασία του ωτορινολαρυγγολόγου, του εφαρμοστή του ακουστικού βαρηκοΐας, του νευρολόγου και του ψυχολόγου.

Οι ασθενείς με πρεσβυακοΐα δεν χρειάζεται να εφαρμόζουν κάποια ιδιαίτερη δίαιτα. Παρά τούτο μερικοί ερευνητές συνιστούν περιορισμό των θερμίδων της διατροφής κατά 30% και τη χρησιμοποίηση αντιοξειδωτικών συμπληρωμάτων διατροφής με στόχο τον περιορισμό της παραγωγής αντιδραστικών μεταβολιτών του οξυγόνου, που θα μπορούσαν να βλάψουν το έσω ους και να οδηγήσουν σε πρεσβυακοΐα, (Seidman MD.2000).

Η βαρηκοΐα που εγκαθίσταται με την πάροδο της ηλικίας μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη χορήγηση ισχυρών αντιοξειδωτικών ή καθαριστών των ελεύθερων ριζών οξυγόνου. Τούτο επέδειξαν οιTakumida M,  Anniko M. (2009) χορηγώντας  Ρεμπαμιπίδη (Rebamipide 300 mg/day),  άλφα λιποϊκό οξύ  (alpha-lipoic acid 60 mg/day) και  βιταμίνη C  (600 mg/day) από το στόμα επί 8 εβδομάδες σε 46 ηλικιωμένους ασθενείς με πρεσβυακοία. Μετά τη θεραπεία αυτή βελτιώθηκε η ακουστική ικανότητα των ασθενλών σε όλες τις συχνότητες.

 

Προς το παρόν δεν υπάρχει φαρμακευτική αγωγή αντιμετώπισης της βαρηκοΐας. Οι ασθενείς με πρεσβυακοΐα πρέπει να ελέγχουν την πορεία της ακοής τους κάθε έτος και σε περιπτώσεις ταχείας επιδείνωσης της ακουστικής τους ικανότητας να ζητούν αμέσως βοήθεια από τον ωτορινολαρυγγολόγο τους.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ

Η πρόγνωση της πρεσβυακοΐας είναι δυσμενής, αφού με την πάροδο του χρόνου επιδεινώνεται η βαρηκοΐα με διαφορετική, όμως ταχύτητα από ασθενή σε ασθενή. Συνήθως όμως παρέρχονται πολλά χρόνια χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε βοήθεια ο ασθενής.

Η πρεσβυακοΐα συνήθως συνυπάρχει με εμβοές των ώτων (πρεσβυεμβοές) και πολλές φορές μπορεί να αντιμετωπιστεί με την εφαρμογή ακουστικών βαρηκοΐας. Στα άτομα με μονόπλευρη νευραισθητήρια βαρηκοΐα και εμβοές, αρκεί η εφαρμογή του ακουστικού στο ελαττωματικό αυτί. Τα άτομα με αμφοτερόπλευρη βαρηκοΐα και εμβοές χρειάζονται δύο ακουστικά. Η επιτυχία των ακουστικών εξαρτάται από τη διακριτική ικανότητα των ασθενών, η οποία ελέγχεται πριν από την εφαρμογή των ακουστικών. Όσο χειρότερα είναι τα συμπτώματα, τόσο πιο καλά αποτελέσματα συνήθως προκύπτουν με την εφαρμογή των ακουστικών,  (Zagolski, 2006).

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γκέλης   Ν. Δ., Παπαγιαννόπουλος Κ, Κουκούτσης Γ,  Τσίντζος Σ. Γκορίτσα Ε-Ζ., Τριάντος Δ.,  Βαφειάδης Α,  Ζαραβίνου A.,      Μιχαλόπουλος Χ.  ΠΡΕΣΒΥΑΚΟΪΑ. Εκδόσεις ‘‘Βελλεροφόντης’’, Κόρινθος, 2007.

Alam SA, Oshima T, Suzuki M: The expression of apoptosis-related proteins in the aged cochlea of Mongolian gerbils. Laryngoscope 2001 Mar; 111(3): 528-34

American National Standards Institute. American National Standards Specifications for Audiometers (ANSI S3.6-1969). New York: American National Standards Institute, 1970.

Anderson RG,  Meyerhoff WL. Otologic manifestations of aging.  Otolaryngol Clin North Am. 1982 May;15(2):353-70.

Arda HN,  Tuncel U,  Akdogan O,  Ozluoglu LN. The role of zinc in the treatment of tinnitus.  Otol Neurotol. 2003 Jan;24(1):86-9.

Arnesen AR: Presbyacusis--loss of neurons in the human cochlear nuclei. J Laryngol Otol 1982 Jun; 96(6): 503-11

BartolomΓ© MV, LΓ³pez LM, Gil-Loyzaga P: Galectine-1 expression in cochleae of C57BL/6 mice during aging. Neuroreport 2001 Oct 8; 12(14): 3107-10.

Berner B, Odum L, Parving A: Age-related hearing impairment and B vitamin status. Acta Otolaryngol 2000 Aug; 120(5): 633-7.

Bhatt K, Liberman M, Nadol J: Morphometric analysis of age-related changes in the human basilar membrane. Ann Otol Rhinol Laryngol 2001 Dec; 110 (12): 1147-1153.

Biochem Biophys Res Commun. 2007 Mar 26.

Bunch, C.C. (1929). Age variations in auditory acuity. Archives of Otolaryngology, 9, 625-636.

Christensen K, Frederiksen H, Hoffman HJ: Genetic and environmental influences on self-reported reduced hearing in the old and oldest old. J Am Geriatr Soc 2001 Nov; 49 (11): 1512-1517.

Cohn ES.Hearing loss with aging: presbycusis.  Clin Geriatr Med. 1999 Feb;15(1):145-61, viii

Crowe SJ, Guild ST, Polvogt LM: Observations on the pathology of high tone deafness . Bull Johns Hopkins Hosp 1934; 54: 315.

Dai P, Jiang S, Gu R: [Cochlear hypoxia and mtDNA deletion: possible correlated factors to cause presbycusis]. Zhonghua Yi Xue Za Zhi 2000 Dec; 80(12): 897-900.

Dai P,  Yang W,  Jiang S,  Gu R,  Yuan H,  Han D,  Guo W,  Cao J.   Correlation of cochlear blood supply with mitochondrial DNA common deletion in presbyacusis.  Acta Otolaryngol. 2004 Mar;124(2):130-6.

Derin A, Agirdir B, Derin N: The effects of L-carnitine on presbyacusis in the rat model. Clin Otolaryngol Allied Sci 2004 Jun; 29(3): 238-41.

DeStefano AL,  Gates GA,  Heard-Costa N,  Myers RH,  Baldwin CT. Genomewide linkage analysis to presbycusis in the Framingham Heart Study.  Arch Otolaryngol Head Neck Surg. 2003 Mar;129(3):285-9.

Durga J,  Verhoef P,  Anteunis LJ,  Schouten E,  Kok FJ. Effects of folic acid supplementation on hearing in older adults: a randomized, controlled trial.Ann Intern Med. 2007 Jan 2;146(1):1-9

Eavey RD, Gao YZ, Schuknecht HF, Gonzalez-Pineda M: Otologic features of bacterial meningitis of childhood. J Pediatr 1985 Mar; 106(3): 402-7.

Holstein N. Ginkgo special extract EGb 761 in tinnitus therapy. An overview of results of completed clinical trials.  Fortschr Med Orig. 2001 Jan 11;118(4):157-64.

Henderson D,  Bielefeld EC,  Harris KC,  Hu BH. The role of oxidative stress in noise-induced hearing loss.  Ear Hear. 2006 Feb;27(1):1-19.

Huyghe JR,  Van Laer L,  Hendrickx JJ,  Fransen E,  Demeester K,  Topsakal V,  Kunst S,  Manninen M,  Jensen M,  Bonaconsa A,  Mazzoli M,  Baur M,Hannula S,  Mäki-Torkko E,  Espeso A,  Van Eyken E,  Flaquer A,  Becker C,  Stephens D,  Sorri M,  Orzan E,  Bille M,  Parving A,  Pyykkö I,  Cremers CW,Kremer H,  Van de Heyning PH,  Wienker TF,  Nürnberg P,  Pfister M,  Van Camp G.Genome-wide SNP-Based Linkage Scan Identifies a Locus on 8q24 for an Age-Related Hearing Impairment Trait.Am J Hum Genet. 2008 Aug 27.

Gacek RR, Schuknecht HF: Pathology of presbycusis. Int Audiol 1969; 8: 199.

Garringer HJ,  Pankratz ND,  Nichols WC,  Reed T.  Hearing impairment susceptibility in elderly men and the DFNA18 locus.  Arch Otolaryngol Head Neck Surg. 2006 May;132(5):506-10.

Garringer HJ,  Pankratz ND,  Nichols WC,  Reed T.  Hearing impairment susceptibility in elderly men and the DFNA18 locus.  Arch Otolaryngol Head Neck Surg. 2006 May;132(5):506-10.

Gates GA,  Mills JH. Presbycusis.  Lancet. 2005 Sep 24-30;366(9491):1111-20.

Gates GA,  Mills JH. Presbycusis.  Lancet. 2005 Sep 24-30;366(9491):1111-20

Gates GA,  Schmid P,  Kujawa SG,  Nam B,  D'Agostino R. Longitudinal threshold changes in older men with audiometric notches.  Hear Res. 2000 Mar;141(1-2):220-8

Gersdorff M, Robillard T, Stein F, Declaye X, Vanderbemden S. A clinical correlation between hypozincemia and tinnitus.  Arch Otorhinolaryngol 1987;244(3):190-3.

Hackney CM. Anatomical features of the auditory pathway from cochlea to cortex.  British Medical Bulletin 43:780-801 (1987)

Han W, Han D, Jiang S: [Mitochondrial DNA4977 deletions associated with human presbycusis].  Zhonghua Er Bi Yan Hou Ke Za Zhi 2000 Dec; 35(6): 416-9.

Harris RW, Reitz ML: Effects of room reverberation and noise on speech discrimination by the elderly. Audiology 1985; 24(5): 319-24.

Hughes   GB. Molecular and cellular biology of the inner ear.  The next frontier.  Am J Otol. 1989 Jan;10(1):28-35.

Iwai H, Lee S, Inaba M: Correlation between accelerated presbycusis and decreased immune functions. Exp Gerontol 2003 Mar; 38(3): 319-25.

Jerger J,  Chmiel R,  Stach B,  Spretnjak M.  J Am Acad Audiol. 1993 Jan;4(1):42-9. Gender affects audiometric shape in presbyacusis.

Katsarkas A, Ayukawa H: Hearing loss due to aging (presbycusis). J Otolaryngol 1986 Aug; 15(4): 239-44.

Keithley EM, Canto C, Zheng QY: Age-related hearing loss and the ahl locus in mice.  Hear Res 2004 Feb; 188(1-2): 21-8.

Kirikae I, Sato T, Shitora T: Study of hearing in advanced age.  Laryngoscope 1964; 74: 205.

Kong WJ,  Hu YJ,  Wang Q,  Wang Y,  Han YC,  Cheng HM,  Kong W,  Guan MX.  The effect of the mtDNA4834 deletion on hearing.  Biochem Biophys Res Commun. 2006 May 26;344(1):425-30. Epub 2006 Mar 24.

Lawrence HP, Garcia RI, Essick GK: A longitudinal study of the association between tooth loss and age-related hearing loss. Spec Care Dentist 2001 Jul-Aug; 21 (4): 129-140.

Lawrence HP: A longitudinal study of the association between tooth loss and age-related hearing loss.

Liu J, Kong W, Liu Z: [Mitochondrial DNA large deletions associated with presbycusis].  Lin Chuang Er Bi Yan Hou Ke Za Zhi 2003 Nov; 17(11): 678-80.

Makishima K: Clinicopathological studies in presbycusis.  Otologia Fukuoka 1976; 13 (Suppl 1): 183.

Makishima K: Clinicopathological studies in presbycusis.  Otologia Fukuoka 1976; 13 (Suppl 3): 333-66.

Martin Villares C, San Román Carbajo J, DomΓ ­nguez Calvo J: [Lipid profile and hearing-loss aged-related].  Nutr Hosp 2005 Jan-Feb; 20(1): 52-7.

Monzani D,  Galeazzi GM,  Genovese E,  Marrara A,  Martini A. Psychological profile and social behaviour of working adults with mild or moderate hearing loss.  Acta Otorhinolaryngol Ital. 2008 Apr;28(2):61-6.

Nadol JB Jr: Electron microscopic findings in presbycusic degeneration of the basal turn of the human cochlea.  Otolaryngol Head Neck Surg 1979 Nov-Dec; 87(6): 818-36.

Nelson E, Hinojosa R: Presbycusis: a human temporal bone study of individuals with flat audiometric patterns of hearing loss using a new method to quantify stria vascularis volume.  Laryngoscope 2003 Oct; 113 (10): 1672-1686.

Nemoto M, Morita Y, Mishima Y: Ahl3, a third locus on mouse chromosome 17 affecting age-related hearing loss.  Biochem Biophys Res Commun 2004 Nov 26; 324(4): 1283-8.

Nixon JC, Glorig A, High WS: Changes in air and bone conduction thresholds as a function of age .  J Laryngol 1962; 76: 288.

Ochi K, Ohashi T, Kinoshita H, Akagi M, Kikuchi H, Mitsui M, Kaneko T, Kato I. The serum zinc level in patients with tinnitus and the effect of zinc treatment. Nippon Jibiinkoka Gakkai Kaiho 1997 Sep;100(9):915-9.

Pata YS,  Akbas Y,  Unal M,  Duce MN,  Akbas T,  Micozkadioglu D. The relationship between presbycusis and mastoid pneumatization.  Yonsei Med J.2004 Feb 29;45(1):68-72

Pata YS, AkbaΕY, Unal M: The relationship between presbycusis and mastoid pneumatization.  Yonsei Med J 2004 Feb 29; 45(1): 68-72.

Picciotti P, Torsello A, Wolf FI: Age-dependent modifications of expression level of VEGF and its receptors in the inner ear.  Exp Gerontol 2004 Aug; 39(8): 1253-8.

Pickles JO: Mutation in mitochondrial DNA as a cause of presbyacusis.  Audiol Neurootol 2004 Jan-Feb; 9(1): 23-33.

Roland PS, Marple BF, Meyerhoff WL, eds: Hearing Loss. New York: Thieme Medical Publishers; 1997: 206-209.

Rosen S,  Bergman M,  Plester D,  El-moftY A,  Satti MH. Presbycusis study of a relatively noise-free population in the Sudan.  Ann Otol Rhinol Laryngol.1962 Sep;71:727-43.

Sakuta H,  Suzuki T,  Yasuda H,  Ito T.  Type 2 diabetes and hearing loss in personnel of the Self-Defense Forces.  Diabetes Res Clin Pract. 2007 Feb;75(2):229-34. Epub 2006 Sep 11.

Saxen A: Inner ear in presbyacusis.  Acta Otolaryngol 1952; 41: 213.

Saxen A: Pathologie und Klinik der Altersschwerhorigkeit nach Untersuchungen von H. von Fieandt und Arno Saxen.  Acta Otolaryngol 1937; Suppl 23.

Scholtz AW,  Kammen-Jolly K,  Felder E,  Hussl B,  Rask-Andersen H,  Schrott-Fischer A.  Hear Res.Selective aspects of human pathology in high-tone hearing loss of the aging inner ear.2001 Jul;157(1-2):77-86

Scholtz AW, Kammen-Jolly K, Felder E: Selective aspects of human pathology in high-tone hearing loss of the aging inner ear.  Hearing Res 2001 Jul; 157 (1-2): 77-86.

Schuknecht HF,  Gacek MR. Cochlear pathology in presbycusis.  Ann Otol Rhinol Laryngol. 1993 Jan;102(1 Pt 2):1-16.

Schuknecht HF: Further observations on presbycusis.  Arch Otolaryngol 1964; 80: 369.

Seidman MD, Bai U, Khan MJ, Quirk WS: Mitochondrial DNA deletions associated with aging and presbyacusis.  Arch Otolaryngol Head Neck Surg 1997 Oct; 123(10): 1039-45.

Seidman MD. Effects of dietary restriction and antioxidants on presbyacusis.  Laryngoscope. 2000 May;110(5 Pt 1):727-38

Seidman MD: Effects of Dietary Restriction and Antioxidants on Presbycusis. Laryngoscope 2000; 110: 727-738.

Seidman MD: Effects of dietary restriction and antioxidants on presbycusis.  Laryngoscope 2000 May; 110 (5 Pt 1): 727-738.

Seidman M,  Babu S,  Tang W,  Naem E,  Quirk WS. Effects of resveratrol on acoustic trauma.  Otolaryngol Head Neck Surg. 2003 Nov;129(5):463-70.

Shambaugh GE Jr. Zinc: the neglected nutrient.  Am J Otol 1989 Mar;10(2):156-60.

Steinbach S,  Lutz J.  Glutamate induces apoptosis in cultured spiral ganglion explants.

Suga F, Lindsay JR: Histopathological observations of presbycusis.  Ann Otol Rhinol Laryngol 1976 Mar-Apr; 85(2 pt.1): 169-84.

Takumida M,  Anniko M. Radical scavengers for elderly patients with age-related hearing loss.  Acta Otolaryngol. 2009 Jan;129(1):36-44.

Vaughan N,  James K,  McDermott D,  Griest S,  Fausti S. A 5-year prospective study of diabetes and hearing loss in a veteran population.  Otol Neurotol.2006 Jan;27(1):37-43

Welsh LW, Welsh JJ, Healy MP: Central presbycusis.  Laryngoscope 1985 Feb; 95(2): 128-36.

Wu H, Du B, Wang P: [Effects of mtDNA deletion associated with abnormal expression in rat cochlear with presbycusis].  Zhonghua Er Bi Yan Hou Ke Za Zhi 2002 Jun; 37(3): 191-3.

Wu T, Marcus DC: Age-related changes in cochlear endolymphatic potassium and potential in CD-1 and CBA/CaJ mice. J Assoc Res Otolaryngol 2003 Sep; 4(3): 353-62.

Zagolski O. Management of tinnitus in patients with presbycusis.  Int Tinnitus J. 2006;12(2):175-8.

Zheng QY, Johnson KR: Hearing loss associated with the modifier of deaf waddler (mdfw) locus corresponds with age-related hearing loss in 12 inbred strains of mice. Hear Res 2001 April; 154(1-2): 45-53.

Zwaardemaker, H. (1891). Der Verlust an hohen toenen mit zuhenmender alter: ein neues gesetz [The loss of high tones in advanced age; a new law].Archive fur Ohrenhkunde, 32, 52-56.

Τελευταία Ενημέρωση (Πέμπτη, 24 Νοέμβριος 2016 19:50)

 
Σήμερα130
Εβδομάδα894
Μήνας5353
Όλα778383